Κυριακή, 22 Ιουνίου 2008

Πως πέρασα το Σαββατοκύριακο



Το Σαββατοκύριακο προτελευταίο του Ιουνίου ξεκίνησε με τις πιο καλές προοπτικές, ξύπνημα χαλαρό, breakfast όπως το λένε στα ελληνικά και αναχώρηση για το κτήμα με σκοπό μπάνιο στη θάλασσα και ξεκούραση, φτάνουμε γύρω στις 12 το μεσημέρι, ψαρεύουμε κάτι ολόφρεσκα μελανούρια από τον Μπίλλυ τον ψαρά μας (με την ωραία Βραζιλιάνα που κι’ αυτός την είχε ψαρέψει κάποτε που ήταν ναυτικός από την μακρινή της χώρα). Αρχίζουμε να προγραμματίζουμε τις ψαροκατανύξεις του διημέρου και βουτιά στη θάλασσα που είχε μια βδομάδα να μας δει, ακολουθούν τα τυπικά και επιστροφή στο σπίτι, προχωρημένη ώρα πια και μόνο για ντους και τοματοσαλάτα, μετά λίγος ύπνος. Ξέχασα να σας πω για το ψόφιο ποντίκι στην αυλή που μας υποδέχτηκε αλλά …σιγά το πρόβλημα (σκούπα-φαράσι και η σχετική αηδία, καινούριο σετ εξοπλισμού καθαριότητας, αφού τα προηγούμενα ήταν πια ποντικοφαράσι και ποντικόσκουπα. Το απόγευμα μετά τον καφέ σχεδιάζουμε να πάμε για καινούργιες καρέκλες βεράντας, λάστιχο για να μπορούμε να την πλένουμε (την βεράντα) πιάτα για τις γλάστρες και άλλα τέτοια σπάνια, όταν ξαφνικά το νερό στις βρύσες αρχίζει να λιγοστεύει, μέχρι να το καλοκαταλάβουμε μας έχει αποχαιρετήσει (το νερό), αναστέλλουμε κάθε σχετική δραστηριότητα και περιμένουμε υπομονετικά το νεράκι του Θεού να φανεί στις βρύσες μας, αλλά αυτό είχε πεισμώσει και δεν έρχονταν, άντε λέμε να βρούμε τον Νίκο τον συμπαθή ομογενή από τη Ρωσία να μας επιστρέψει το κλειδί της αποθήκης που του είχαμε εμπιστευθεί μια βδομάδα πριν για να πάρει εργαλεία και να κάνει κάτι δουλειές όπως είχαμε συμφωνήσει μαζί του Ο Νίκος στο τηλέφωνο, με αρκετή ποσότητα αλκοόλ στο αίμα του, λέει πως το άφησε «κάτω από το σκάλα» , μετά από τρία τηλεφωνήματα και μιάμιση ώρα ψάξιμο το κλειδάκι βρέθηκε στη μέση της αυλής και πολύ το χαρήκαμε σα να είχαμε βρει πεντακοσάευρω …που δεν το έχουμε δει ποτέ στο ζωντανό του, μούσκεμα στον ιδρώτα λέμε να πλυθούμε και να ησυχάσουμε αλλά χωρίς νερό δεν ήταν και εύκολο, κάτι μπουκαλάκια από το ψυγείο για τα χέρια και το πρόσωπο και πολύ μας....Ο ύπνος δύσκολος με πολύ ζέστη, ένα έντομο στο ταβάνι πάνω από κρεβάτι μας αναγκάζει να βάλουμε μπρος ηλεκτρικές σκούπες και άλλα θορυβώδη στις 3 τα ξημερώματα αλλά χαρά μεγάλη πήραμε που εκείνη την ώρα το νερό ήταν μπόλικο και οι οιωνοί για την επόμενη μέρα επιτέλους με το μέρος μας. Το πρωινό ξύπνημα σκέτη απελπισία πάλι οι βρύσες στεγνές, δεύτερο νεκρό ποντίκι στην αυλή μας με σημάδια από δόντια αυτή τη φορά, ακολουθεί η σχετική τελετή της προηγούμενης, τα ψάρια περιμένουν υπομονετικά στο ψυγείο και εμείς όλο αισιοδοξία πάμε στο τεράστιο κατάστημα της περιοχής για τις καρέκλες που λέγαμε, αφού τις διαλέξαμε τις δοκιμάσαμε βάλαμε και το χέρι στο πορτοφόλι και πιάσαμε τα χρήματα, η υπάλληλος μας λέει πως θα πρέπει να τις παραγγείλουμε γιατί λέει αυτές που είδαμε ήταν για να τις δείχνουν…αφού τους είπαμε να πάνε να κουρεύονται κι’ αυτοί και οι καρέκλες τους, λέμε να πάμε για μπάνιο, θαλάσσιο βέβαια γιατί απ’ το άλλο του γλυκού νερού γιόκ….
Η θάλασσα κανονική, με φιλική διάθεση και αρκετό κόσμο, με τα καλαμπόκια της, τα γυαλιά μαϊμούδες, και τους άλλους επιτηδευματίες της Κυριακής, ύστερα πάμε για φαγητό σε ταβερνάκι, μια που στο σπίτι το νερό νεράκι και τα μελανούρια 2 ημερών πια, στο ψυγείο. Στην ταβέρνα οι μύγες να πεινάνε και εμείς να τρώμε εκ περιτροπής, ο ένας να κουνάει τα χέρια του για να φεύγουν και ο άλλος να τρώει, όταν τέλειωνε ο χρόνος του γινόταν το αντίστροφο, όλη η διαδικασία του φαγητού κράτησε περίπου 4 λεπτά, αφού συμβουλέψαμε τον ιδιοκτήτη να μην αφήνει τις μύγες νηστικές πληρώσαμε ευγενικά και φύγαμε για το άνυδρο σπίτι μας. Ακολουθεί λίγος ύπνος με τον σχετικό ιδρώτα ένας καφές βιαστικός και αναχώρηση , η διαδρομή μόνο μια ώρα καθ’ ότι Εγνατία οδός , αλλά έλα που στην Ελλάδα πρώτα γίνονται τα εγκαίνια και μετά τα έργα ολοκληρώνονται….κλειστή η Εγνατία μέρα Κυριακή λόγω εργασιών συντήρησης και τα πολλά μα πάρα πολλά αυτοκίνητα να επιστρέφουν από τον παλιό δρόμο με βήμα σημειωτόν και η μια ώρα έγινε δυο και βάλε και εγώ τώρα γράφω την ανταπόκρισή μου κι’ αναρωτιέμαι ρε λες να’ χω καμιά συγγένεια στην Κρήτη και να μην την ξέρω? Λέτε να συναντιούνται οι ρίζες μας με τον Επίτιμο?
Τα μελανούρια συνεχίζουν τη ζωή τους στην κατάψυξη και ελπίζουμε κάποτε να συναντηθούμε…..